Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΛΚΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΛΚΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2007



«Σκαρίμπας, ο Ευρίπου»

«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονται το πλοίο
με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο[1]»
στο χέρι έντεκα και θωρούσε πέρα μακριά τα χάη.

Αυτό το πλοίο που όλο φεύγει, φεύγει και βυθά στα ατέλευτα χάη των οριζόντιων αναζητούσε εναγωνίως αφ’ όπου το 1913 ρίζωσε στη γνωστή του από 1913 Χαλκίδα …… γνωστός εραστής και υμνητής της, ο Γιάννης Σκαρίμπας, την οποία τρελά ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε: «Έτσι, με πάμφωτο ξανά του νού μου το κρύσταλλο και γύρω μας τον Ευβοϊκό να κοχλάζει, αντικρίσαμε - ως λέγει ο ίδιος – την περιπόθητη πόλη μας.
Ορθό λελέκι, με πάνω της σαν άσπρο κομφετί χίλιους γλάρους την είχε λες με κιμωλία ο Εύριπος εκεί στο βάθος χαράξει.
Το πλοίο μας τη χαιρέταγε, πάλλοντας μια τεράστια - άφρων- βεντάλια στην πλώρη».
Αυτό το πλοίο ο Σκαρίμπας « Ο Χαλκιδεότερος απάντων Χαλκιδέων» στον Ευβοϊκό, ποτέ του δεν τον αποχωρίστηκε, αν και πάντα ο δημιουργός Γιάννης Σκαρίμπας μέσα από τους στίχους ή τα πεζά του εναγωνίως αναζητούσε ένα πλοίο, ένα τρένο, έναν γλάρο για να ταξιδέψει στου απείρου τα φτερά.
«Ωρα καλή στου απείρου την καρδιά
γλάρε μου βραδινέ που φεύγεις – πλοίο,
μετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρά μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο.
Πηγαίνεις σύ….. Εγώ εκπεσμένο αλαργινό
αδέρφι σου νοσταλγικό εδώ μένω
ένα βιβλίο, ένα φωσάκι – και πονώ –
μια καμαρούλα – αδέρφι μου υψωμένο».
[1] Απόσπασμα από το ποίημα «Το πλοίο, ο Τιτανικός»




περισσότερα.....

ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ





ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Γράφει ο Κώστας Μπαιρακτάρης

Σε μιά φτωχογειτονιά του Άγιου της Β. Εύβοιας γεννιέται πρίν 70 χρόνια ένα αδύναμο αγοράκι, οΤάσος, γόνος των Παπαποστολαίων.
Το πρώτο σπίθισμα της ματιάς του αντίκρυσε έναν Κόσμο μίζερο, σκυνθρωπό, ταλαιπωρημένο μόνιμα, μα ποτέ απελπισμένο.
Η οικογενειακή ανέχεια, από τα μικράτα του, τον ρίχνει στον αγώνα για το τίμιο ξεροκόμματα, ποτισμένο με καυτό ιδρώτα, και δάκρυα, κάνοντας σκληρές, απάνθρωπες δουλειές, εξουθενωτικές και για άντρα ακόμη.
Ανέλπιστα η σκληρή ζωή του γίνεται πιό μαύρη όταν οι ορδές των βαρβάρων καταλαμβάνουν τη φιλήσυχη χώρα μας. Η καρδιά του σφίγγεται δεν μπορεί ν’ανεχτεί την Καταφρόνια. Το κάλεσμα της Ελλάδας του δείχνει το δρόμο της αξιοπρέπειας παίρνει το χέρι της και το κρατά σφιχτά. Είναι «αχνούδιαστο παλικάρι», μόλις 16 χρονών...
«Θέλω να φύγω, μες στον κόσμο δεν αντέχω
ν’ανέβω θέλω στην ψηλότερη κορφή
ν’ακούω τη νύχτα το περπάτημα των άστρων»,
διατείνεται στο ποίημά του «Θ’ανέβω στο βουνό». Μα απ αυτή την Ολύμπεια κορυφή. του Χρέους βάλθηκαν να τον κατακρημνήσουν κείνοι που ‘χαν τον κατακτητή φίλο και προστάτη τους.
Πόση πικρία, αλήθεια. κρύβουν τα λόγια του στον «Πλοκό Τελέθρη» του: «Τι μίσος και εκδίκηση μετά τη λευτερά (έτσι για το ευχαριστώ) απο χωριανούς μου και το επίσημο κράτος! Ξύλο, φυλακή. εξορια.... Τρία χρόνια σ-τα κολαστήρια της Μακρόνησου μαζί με σύμπασα την οραμστίστρκι ελληνική διανόηση.
Το τέλος της εξορας του, δε σήμαινε και ήρεμη ζωή. Η παραμονή του στο χωριό αφόρητη απο τους εξειιτεΜσμούς στην κόρη του Ευρίπου, που ΙΟ χρόνια πρίν τον είχε δαφνοστεφανώσει μαζί με τους άλλους αντάρτες ελευθερωτές της. Έκτοτε Θα παραμείνει για πάντα σιμά της.
Αμέσως ρίχνεται: στη δουλειά για να στέκει στη ζωή, καθώς και στο γράψιμο και τη σπουδή για νσνεβαίνει, πρός «τ’ανθισμένο περιβόλι του παράδεισου συντροφιά με πανέμορφα γλυκολάλητα πουλιά, γιομάτα αγνότητα».
Αυτός ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων εργάστηκε σκληρά στη ζωή, μα πολεμήΘηκε ανελέητα από το μετεμφυλιωτικό μίσος που σάρωσε τα πάντα στόν τόπο μας έως τούς χρόνους της Μεταπολίτευσης, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να πάρει μέρος στόν αδελφοκτόνο πόλεμο.
Με πίστη στα πανανθρώπινα ιδανικά της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της τιμιότητας υπόφερε αγόγγυστα τα μύρια πάθια έχοντας δίπλα του αχώριστη σύντροφο και στήριγμα της ζωής του, τη Μαρία του.

περισσότερα....